Η κυβερνητική πολιτική για το πλαφόν στο κέρδος των πρατηρίων καυσίμων μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό κόλπο παρά με ουσιαστικό μέτρο στήριξης των πολιτών. Όπως επισημαίνει ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Βενζινοπωλών Θεσσαλονίκης, Αλέξανδρος Μελίδης, η μείωση της τιμής κατά μόλις 3-4 λεπτά το λίτρο συνιστά μια «τρύπα στο νερό» για τους καταναλωτές, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τους πρατηριούχους, αφαιρώντας τους σχεδόν το ένα τρίτο του ήδη περιορισμένου κέρδους τους.
Το μεγαλύτερο παράδοξο, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, είναι η «πλασματική ευαισθησία» της κυβέρνησης: από κάθε λίτρο βενζίνης, το 1,20 ευρώ πηγαίνει απευθείας στα κρατικά ταμεία μέσω φόρων, τους οποίους το Μαξίμου αρνείται πεισματικά να αγγίξει, αφήνοντας τον πολίτη να πληρώνει το μάρμαρο της ακρίβειας.
Την ίδια ώρα, οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης: από την έναρξη του πολέμου έως τις 11 Μαρτίου, τα διυλιστήρια αύξησαν την αμόλυβδη κατά 23,8 λεπτά και το ντίζελ κατά 45,6 λεπτά, ενώ οι πρατηριούχοι απορρόφησαν μέρος αυτών των αυξήσεων, περιορίζοντας τις δικές τους αναπροσαρμογές σε 18,1 και 35,7 λεπτά αντίστοιχα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση συνεχίζει να επικεντρώνεται σε ελέγχους στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και όχι στα μεγάλα καρτέλ της ενέργειας, κλείνοντας τα μάτια στην αισχροκέρδεια και το λαθρεμπόριο.
Η οριζόντια εφαρμογή του πλαφόν δεν είναι απλώς λανθασμένη – είναι καταστροφική για τον κλάδο. Με τα πρατήρια να έχουν μειωμένη αγοραστική δύναμη κατά 26%, τις τράπεζες να εισπράττουν υπέρογκες προμήθειες και το κράτος να καρπώνεται επιπλέον έσοδα από τον ΦΠΑ, η κατάσταση οδηγεί σε μαζικά λουκέτα, κυρίως σε περιφερειακές και νησιωτικές περιοχές. Οι εκπρόσωποι των βενζινοπωλών προειδοποιούν ότι η προχειρότητα και η λογική εντυπώσεων αυτής της πολιτικής θα φέρει πρακτικά καταστροφικές συνέπειες για τους επαγγελματίες και την κοινωνία.
Αντί για ουσιαστική μείωση των φόρων και πραγματική στήριξη του πολίτη, η κυβέρνηση επιλέγει να «πετάει τη μπάλα στην εξέδρα», αφήνοντας τα καρτέλ να ανεβάζουν τις τιμές ανενόχλητα, ενώ ο κόσμος συνεχίζει να πληρώνει το βαρύ κόστος της ακρίβειας, του πολέμου και της κρατικής αδιαφορίας.



