Μας μιλάνε με σοβαρό ύφος, σχεδόν παρηγορητικό, λες και μας κάνουν χάρη. Όλα γίνονται βάσει σχεδίου, λένε. 90.000 «εκκρεμείς αιτήσεις» σήμερα, άλλες εκατοντάδες χιλιάδες αύριο. Νομιμοποιήσεις που βαφτίζονται διαδικασίες, αριθμοί που παρουσιάζονται ως αναγκαιότητα, και μια πραγματικότητα που πλασάρεται σαν μονόδρομος. Και φυσικά, επειδή ποτέ δεν φτάνουν όσοι ήδη βρίσκονται εδώ, συνεχίζουμε να φέρνουμε κι άλλους. Οργανωμένα. Μετακλητούς τους λένε. Γιατί η χώρα, υποτίθεται, δεν έχει αρκετά χέρια.
Μια χώρα όμως που δεν έχει χέρια, είναι η ίδια χώρα που δεν κρατά τα παιδιά της. Είναι η χώρα που γερνάει, που αδειάζει, που βλέπει τους νέους να φεύγουν μαζικά και τις γεννήσεις να αγγίζουν ιστορικά χαμηλά. Κι όμως, αντί για πολιτικές στήριξης της οικογένειας, αντί για σοβαρό σχέδιο επιστροφής των νέων, αντί για μακροπρόθεσμη δημογραφική στρατηγική, η λύση που προκρίνεται είναι απλή, εύκολη και άμεση: ανοιχτές πόρτες και εκ των υστέρων τακτοποιήσεις.
Το μήνυμα εκπέμπεται καθαρά, χωρίς καν να χρειάζεται να ειπωθεί δυνατά: περάστε, μείνετε, κάποια στιγμή θα βρεθεί τρόπος. Με το αζημίωτο πάντα. Και αυτό παρουσιάζεται όχι ως πρόβλημα, αλλά ως ρεαλισμός. Όχι ως αποτυχία πολιτικής, αλλά ως αναγκαιότητα. Όχι ως πολλαπλασιασμός ενός ήδη υπαρκτού ζητήματος, αλλά ως λύση.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για διαχείριση εντυπώσεων και μετακύλιση ευθυνών στο μέλλον. Δεν μειώνει τις πιέσεις, τις εντείνει. Δεν λύνει το πρόβλημα, το κανονικοποιεί. Και το χειρότερο: βαφτίζεται σοβαρή πολιτική σε μια χώρα που δημογραφικά καταρρέει. Όταν μια κοινωνία αντικαθιστά την απουσία σχεδίου με αριθμούς και βαφτίζει την αδυναμία στρατηγικής «αναγκαιότητα», δεν προετοιμάζει το αύριο. Απλώς κερδίζει χρόνο — εις βάρος του μέλλοντός της.



