Μετά από 16 ώρες κοινοβουλευτικής συζήτησης, κουρασμένες ομιλίες και προσχηματικές αντιπαραθέσεις, η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατάφερε για ακόμη μία φορά να παραδώσει στο κοινό ένα πολιτικό προϊόν χωρίς περιεχόμενο: μια «Διακομματική Επιτροπή» για τον πρωτογενή τομέα, φτιαγμένη στα μέτρα της επικοινωνίας και όχι της ουσίας. Μια επιτροπή που βαφτίζεται «εθνική υπόθεση», την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός που την πρότεινε δεν μπήκε καν στον κόπο να παραστεί και να μιλήσει.
Ναι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προκάλεσε συζήτηση για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, μόνο και μόνο για να απουσιάσει επιδεικτικά από αυτήν. Μια στάση που συνοψίζει τέλεια την πολιτική του φιλοσοφία: αποφάσεις από μακριά, ευθύνες σε άλλους, και λόγια χωρίς προσωπικό κόστος. Όταν ο πρωτογενής τομέας καταρρέει, όταν οι αγρότες πνίγονται από το κόστος παραγωγής και την εγκατάλειψη, ο πρωθυπουργός επιλέγει να στήσει άλλη μία επιτροπή-βιτρίνα και να αποχωρήσει αθόρυβα από το προσκήνιο.
Η πρόταση πέρασε «κατά πλειοψηφία», δηλαδή με τη γνωστή κυβερνητική συνταγή: η ΝΔ ψηφίζει, η αντιπολίτευση καταψηφίζει, και η κυβέρνηση πανηγυρίζει για έναν τεχνητό “διάλογο” που δεν πείθει κανέναν. Η σύνθεση της επιτροπής, με 14 μέλη από τη ΝΔ σε σύνολο 26, ακυρώνει από μόνη της κάθε έννοια ουσιαστικής διακομματικότητας. Πρόκειται για μια ελεγχόμενη πλειοψηφία που εγγυάται ένα απολύτως ακίνδυνο αποτέλεσμα: γενικόλογες προτάσεις, ωραία λόγια και μηδενικές δεσμεύσεις.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, ακούμε και θριαμβολογίες περί «εθνικής υπόθεσης» από κυβερνητικά στελέχη που τόσα χρόνια αντιμετωπίζουν τον πρωτογενή τομέα ως υποσημείωση σε δελτία Τύπου. Ο υφυπουργός μιλά για «θετικό πρόσημο» και «κάτι θετικό θα βγει», λες και η αγροτική παραγωγή σώζεται με ευχές και καλές προθέσεις, όχι με πολιτική βούληση, χρηματοδότηση και στρατηγικό σχέδιο.
Η πραγματικότητα είναι απλή και σκληρή: αυτή η επιτροπή δεν είναι εργαλείο αλλαγής, αλλά εργαλείο αναβολής. Άλλοι τέσσερις μήνες χαμένοι, άλλη μία δικαιολογία για απραξία, άλλη μία παράσταση διαλόγου χωρίς πρωταγωνιστή. Και ο πρωθυπουργός; Απών. Όπως απών είναι και από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας που υποτίθεται ότι κυβερνά.
Ο πρωτογενής τομέας δεν χρειάζεται επιτροπές για να μελετήσει την κατάρρευσή του. Τη ζει καθημερινά. Αυτό που λείπει δεν είναι οι «διεθνείς εξελίξεις» και οι «σύγχρονες προκλήσεις» στα χαρτιά, αλλά η στοιχειώδης πολιτική ειλικρίνεια και η παρουσία εκείνων που παίρνουν τις αποφάσεις. Και αυτή, για άλλη μια φορά, ήταν εκκωφαντικά απούσα.

