Το 2025 δεν είναι απλώς μια κακή χρονιά. Είναι χρονιά αίματος. 172 νεκροί εργαζόμενοι. Ένας θάνατος κάθε δεύτερη μέρα. Όχι από «ατυχία», όχι από «ανθρώπινο λάθος», αλλά από μια πλήρως εγκαθιδρυμένη συνθήκη όπου η εργασία έχει πάψει να θεωρείται ανθρώπινη δραστηριότητα και αντιμετωπίζεται ως αναλώσιμο υλικό. Πρόκειται για τον βαρύτερο απολογισμό των τελευταίων είκοσι ετών και για την πιο ωμή απόδειξη ότι ο χώρος δουλειάς έχει μετατραπεί σε ζώνη υψηλού κινδύνου, χωρίς κανένα πραγματικό δίχτυ προστασίας.
Η σημερινή κατάσταση δεν είναι εκτροπή. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών. Επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, εξαντλητική ένταση, κυλιόμενα ωράρια, 13ωρα, μηνιαίες συμβάσεις-φάντασμα και υπεργολαβίες που διαχέουν την ευθύνη μέχρι να εξαφανιστεί. Η Επιθεώρηση Εργασίας λειτουργεί αποδυναμωμένη, υποστελεχωμένη, καθυστερημένη, συχνά απούσα. Οι έλεγχοι δεν προλαμβάνουν — απλώς καταγράφουν νεκρούς εκ των υστέρων.
Οι επαγγελματικές ασθένειες αποκρύπτονται συστηματικά. Δεν καταγράφονται, δεν αναγνωρίζονται, δεν αποζημιώνονται. Σε κλάδους όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός, το λιανεμπόριο, η υγεία και η μεταποίηση, η φθορά του σώματος θεωρείται παράπλευρη απώλεια. Το μήνυμα είναι σαφές: αν αντέξεις, δουλεύεις· αν σπάσεις, αντικαθίστασαι.
Η κατάρρευση των συλλογικών συμβάσεων σφραγίζει αυτή τη συνθήκη. Μόλις το 26% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα καλύπτεται από συλλογική σύμβαση, τη στιγμή που στην Ευρώπη ο πήχης τίθεται πάνω από το 80%. Χωρίς συλλογική προστασία, ο εργαζόμενος μένει μόνος απέναντι σε εργοδότες, εργολάβους και αλυσίδες υπεργολαβίας. Μόνος και εκτεθειμένος.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η μοίρα των ηλικιωμένων εργαζομένων. Δεν υπάρχει καμία ειδική πρόνοια για όσους συνεχίζουν να εργάζονται μετά τα 65, ακόμη και σε συνθήκες καύσωνα ή βαριάς σωματικής καταπόνησης. Ένας στους τρεις νεκρούς ανήκει σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Άνθρωποι που δουλεύουν όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη, για να συμπληρώσουν ένσημα και να μη συνθλιβούν από τη φτώχεια.
Οι θάνατοι συγκεντρώνονται εκεί όπου η εκμετάλλευση είναι πιο ωμή: αγροτικός τομέας, κατασκευές, τουρισμός. Στα μεγάλα εργοτάξια, ακόμη και σε έργα-βιτρίνες, οι παραβιάσεις ασφάλειας είναι καθεστώς. Ελλείψεις βασικών μέτρων προστασίας, παράνομη εργασία, εξαντλητικά ωράρια, αδήλωτοι και ανασφάλιστοι εργαζόμενοι. Οι έλεγχοι έρχονται αργά, συχνά μόνο μετά από θάνατο, και αποκαλύπτουν αυτό που όλοι ήδη γνωρίζουν: ότι η παραγωγή προηγείται της ζωής.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Είναι η κανονικοποίηση. Η σιωπή. Η αποδοχή ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Η απουσία ενός μαζικού, οργανωμένου εργατικού κινήματος που να επιβάλλει όρια, να συγκρούεται, να διεκδικεί. Χωρίς ισχυρά σωματεία και συλλογικές συμβάσεις, ο θάνατος στην εργασία παύει να προκαλεί σοκ και μετατρέπεται σε στατιστική.
Οι 172 νεκροί του 2025 δεν είναι ατύχημα της ιστορίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που μετράει το κόστος σε ευρώ και όχι σε ζωές. Κάθε καθυστέρηση, κάθε υποβάθμιση ελέγχου, κάθε αποδυνάμωση συλλογικής προστασίας προσθέτει έναν ακόμη κρίκο σε αυτή την αλυσίδα θανάτου. Και όσο αυτή η πραγματικότητα αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτη, το επόμενο ρεκόρ δεν θα αργήσει να έρθει.



