Με περισσή αυτοπεποίθηση και ακόμη περισσότερη αυτάρκεια, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης διακήρυξε ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει η «κυρίαρχη πολιτική δύναμη» της χώρας. Και πράγματι, αν η κυριαρχία μετριέται σε ακρίβεια, σκάνδαλα, παρακολουθήσεις και κοινωνική εξάντληση, τότε η δήλωση στέκει απολύτως.
Μέσα σε χειροκροτήματα, κοπή πίτας και χαμόγελα, παρουσιάστηκε μια Ελλάδα που μόνο στα κομματικά ακροατήρια φαίνεται να υπάρχει. Μια Ελλάδα που, σύμφωνα με το αφήγημα, «άλλαξε», χωρίς όμως να εξηγείται πώς ακριβώς άλλαξε προς το καλύτερο για τον πολίτη που πληρώνει ρεύμα, τρόφιμα και ενοίκια σαν να ζει σε χώρα πολυτελείας με μισθούς Βαλκανίων.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για «βαθιές σχέσεις εμπιστοσύνης» με την κοινωνία. Προφανώς αναφέρεται στην εμπιστοσύνη ότι το κράτος θα παρακολουθεί τους πάντες, από πολιτικούς αντιπάλους μέχρι δημοσιογράφους. Ή ίσως στην εμπιστοσύνη ότι σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπών και κάθε λογής «αστοχιών» θα θάβονται κάτω από επικοινωνιακά χαλιά.
Η αναφορά σε καλύτερη υγεία και παιδεία ακούστηκε σχεδόν σαν κακόγουστο αστείο. Την ώρα που το ΕΣΥ καταρρέει καθημερινά και οι πολίτες σπρώχνονται προς την ιδιωτική υγεία από ανάγκη, όχι από επιλογή. Την ώρα που η δημόσια παιδεία υποβαθμίζεται συστηματικά, ενώ οι αγρότες βρίσκονται στους δρόμους, παλεύοντας όχι για ανάπτυξη, αλλά για επιβίωση.
Και φυσικά, το μεγάλο όραμα: Ελλάδα 2030. Ένα ορόσημο, λέει, για να τελειώσουμε με τις παθογένειες του κράτους. Μόνο που αυτές οι παθογένειες όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αναπαράχθηκαν, ενισχύθηκαν και βαφτίστηκαν «μεταρρύθμιση».
Δέκα χρόνια πολιτικής κυριαρχίας, μηδέν αυτοκριτική. Μια χώρα κουρασμένη, μια κοινωνία πιεσμένη και μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να πανηγυρίζει κοιτώντας τον εαυτό της στον καθρέφτη, αγνοώντας επιδεικτικά όσα συμβαίνουν έξω από την αίθουσα των εκδηλώσεων.
Αν αυτό λέγεται «προκοπή», τότε πράγματι ζούμε σε διαφορετικές χώρες.



