Στην ελληνική πολιτική σκηνή, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνεχίζουν να λειτουργούν σαν δύο παλιοί πρωταγωνιστές που εμφανίζονται ξανά και ξανά στο ίδιο έργο, αλλάζουν κουστούμι, αλλά μοιάζουν να παίζουν ακριβώς τον ίδιο ρόλο: αυτόν που εξαντλεί την υπομονή του κοινού.
Ο Τσίπρας επανέρχεται δυναμικά μέσω… βιβλίου. Μετά από χρόνια πολιτικής σιωπής, ανακαλύπτει ξαφνικά ότι μπορεί να «φωτίσει την αλήθεια» — μια αλήθεια που, όπως φαίνεται, θυμήθηκε μόνο όταν έπαψε να κυβερνά. Και φυσικά, κάθε αναφορά στην περιβόητη περίοδο του 2015 συνοδεύεται από πομπώδη επίκληση της «λαϊκής βούλησης», λες και το δημοψήφισμα ήταν μια νίκη της δημοκρατίας και όχι ένα πολιτικό ριφιφί που τελείωσε με κωλοτούμπα ιστορικών διαστάσεων. Αν μη τι άλλο, όμως, ο Τσίπρας παραμένει σταθερός: εξακολουθεί να μιλάει σαν να μην κυβερνούσε ποτέ.
Από την άλλη, ο Μητσοτάκης επιμένει να παρουσιάζει μια Ελλάδα που υπάρχει μάλλον σε παράλληλο σύμπαν. Στην ομιλία του, η χώρα λάμπει από πρόοδο, οι τιμές «σταθεροποιούνται» και οι μισθοί «ανακάμπτουν». Μόνο που όλα αυτά τα βλέπει κάποιος μόνο αν φοράει τα ειδικά γυαλιά αισιοδοξίας που μοιράζει το Μαξίμου. Η πραγματικότητα για τους πολίτες —που παλεύουν με λογαριασμούς, σούπερ μάρκετ και ενοίκια— είναι λιγότερο λαμπερή. Αλλά σιγά τώρα… λεπτομέρειες. Αν κάτι πάει στραβά, φταίνε η διεθνής συγκυρία, ο πόλεμος, η κλιματική αλλαγή, το κακό το ριζικό μας. Όλοι φταίνε, δηλαδή, εκτός από την κυβέρνηση.
Και φυσικά, το παιχνίδι της ειρωνείας ολοκληρώνεται όταν η κυβέρνηση υπόσχεται «ανακούφιση» στους πολίτες με μειώσεις τιμών… σε καβουροδαγκάνες και αθλητικούς πάτους. Την ώρα που η κοινωνία βυθίζεται, η κυβέρνηση προσφέρει σωσίβιο — από αυτά τα φουσκωτά που σκίζονται με το παραμικρό.
Έτσι, ενώ ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης συνεχίζουν την παράσταση της «μεγάλης πολιτικής σύγκρουσης», οι πολίτες παρακολουθούν ένα έργο όπου οι πρωταγωνιστές αγωνίζονται για το ποιος θα καταγγείλει τον άλλον πιο πειστικά, χωρίς ποτέ να παραδεχτούν τα δικά τους λάθη.
Το μόνο που αλλάζει από σκηνή σε σκηνή είναι ο φωτισμός — όχι το περιεχόμενο.
Και κάπως έτσι, η χώρα ζει σε έναν ατελείωτο κύκλο:
ο ένας γράφει βιβλία για να εξηγήσει το παρελθόν του, και ο άλλος γράφει ανακοινώσεις για να δικαιολογήσει το παρόν του.
Κανείς τους, όμως, δεν γράφει ένα μέλλον που να πείθει.



